Οι ηπιότερες φορολογικές ...
κυρώσεις, όπως είναι τα μικρότερα πρόστιμα για πλαστά ή εικονικά τιμολόγια, πρέπει να εφαρμόζονται αναδρομικά όταν αυτό ωφελεί τον φορολογούμενο και οι διατάξεις που απαιτούν να παραδέχεται κάποιος ότι υπέπεσε στην παράβαση για να τις πάρει είναι αντισυνταγματικές.
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την απόφαση 1931/2025, έκρινε ότι, όταν ένας μεταγενέστερος νόμος προβλέπει ηπιότερες φορολογικές κυρώσεις για την ίδια παράβαση, αυτές πρέπει να εφαρμόζονται αναδρομικά και σε υποθέσεις που αφορούν παραβάσεις του παλαιότερου, αυστηρότερου καθεστώτος, εφόσον η υπόθεση δεν έχει τελεσιδικήσει.
Η αρχή αυτή στηρίζεται στη γενική αρχή της εφαρμογής της ευνοϊκότερης διάταξης για τον φορολογούμενο, η οποία ισχύει και στο φορολογικό-διοικητικό δίκαιο, ιδίως όταν οι κυρώσεις έχουν τιμωρητικό χαρακτήρα, όπως τα πρόστιμα για πλαστά και εικονικά τιμολόγια.
Σε πρακτικό επίπεδο, η απόφαση σημαίνει ότι στις υποθέσεις πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων, όπου ο νόμος έχει αλλάξει και προβλέπει χαμηλότερα πρόστιμα ή ηπιότερο καθεστώς κυρώσεων, οι φορολογούμενοι μπορούν να ζητούν την εφαρμογή του ευνοϊκότερου νόμου, χωρίς να υποχρεώνονται να αποδεχθούν την παράβαση ή να παραιτηθούν από τα ένδικα μέσα τους.
Η φορολογική διοίκηση και τα δικαστήρια οφείλουν να εφαρμόζουν αυτεπαγγέλτως τις ηπιότερες κυρώσεις, εφόσον αυτές είναι ευνοϊκότερες, ανεξάρτητα από τη στάση του φορολογούμενου ως προς την αμφισβήτηση της παράβασης.
Σύμφωνα με νομικούς κύκλους, η απόφαση ΣτΕ 1931/2025 αποτελεί ιδιαίτερα σημαντική νομολογιακή εξέλιξη στον τομέα των φορολογικών κυρώσεων, και ειδικότερα στις παραβάσεις που αφορούν τη λήψη ή έκδοση πλαστών και εικονικών φορολογικών στοιχείων.
Το Ανώτατο Δικαστήριο κλήθηκε να εξετάσει αν είναι σύμφωνες με το Σύνταγμα οι μεταβατικές διατάξεις του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, οι οποίες ρύθμιζαν τον τρόπο εφαρμογής των νεότερων, ηπιότερων κυρώσεων σε παλαιότερες φορολογικές υποθέσεις.
Στο ελληνικό φορολογικό δίκαιο, ιδίως μετά την εισαγωγή του ΚΦΔ (Ν. 4174/2013), οι κυρώσεις για πλαστά και εικονικά στοιχεία είχαν αρχικά εξαιρετικά αυστηρό χαρακτήρα, με υψηλά πρόστιμα που συνδέονταν άμεσα με την αξία των στοιχείων αυτών.
Στη συνέχεια, ο νομοθέτης προχώρησε σε επανειλημμένες τροποποιήσεις του πλαισίου, αναγνωρίζοντας ότι οι κυρώσεις αυτές ήταν δυσανάλογες και οδηγούσαν συχνά σε οικονομική εξόντωση των φορολογούμενων. Έτσι, θεσπίστηκαν νεότερες ρυθμίσεις που προέβλεπαν μειωμένα πρόστιμα και γενικά ηπιότερη μεταχείριση.
Ποιο ήταν το κρίσιμο ζήτημα
Το κρίσιμο ζήτημα, όμως, ήταν πώς θα εφαρμόζονταν αυτές οι ευνοϊκότερες ρυθμίσεις σε υποθέσεις που αφορούσαν παραβάσεις παλαιότερων ετών και βρίσκονταν ακόμη σε εκκρεμότητα, είτε στο στάδιο του ελέγχου είτε στο στάδιο της διοικητικής ή δικαστικής αμφισβήτησης.
Ο νομοθέτης, μέσω μεταβατικών διατάξεων, επέτρεψε μεν την εφαρμογή των νέων, ηπιότερων κυρώσεων, αλλά έθεσε ως προϋπόθεση ο φορολογούμενος να αποδεχθεί την παράβαση, δηλαδή να αναγνωρίσει ότι πράγματι υπέπεσε στη φορολογική παράβαση και να μην αμφισβητήσει την πράξη καταλογισμού.
Τι εξέτασε το ΣτΕ
Το Συμβούλιο της Επικρατείας, με την απόφαση 1931/2025, έκρινε κατ’ αρχάς ότι οι φορολογικές κυρώσεις για πλαστά και εικονικά στοιχεία έχουν σαφή τιμωρητικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, εφαρμόζεται σε αυτές η γενική αρχή της αναδρομικής εφαρμογής της ευνοϊκότερης διάταξης. Αυτό σημαίνει ότι, όταν ένας μεταγενέστερος νόμος προβλέπει ηπιότερη κύρωση για την ίδια παράβαση, η ρύθμιση αυτή πρέπει να εφαρμόζεται και σε παλαιότερες πράξεις, εφόσον η υπόθεση δεν έχει κριθεί τελεσίδικα. Ο φορολογούμενος, δηλαδή, δεν μπορεί να επιβαρύνεται με αυστηρότερες κυρώσεις μόνο και μόνο επειδή η παράβαση τελέστηκε σε προγενέστερο χρονικό σημείο.
Στη συνέχεια, το Δικαστήριο εξέτασε ειδικά την προϋπόθεση της "αποδοχής της παράβασης". Έκρινε ότι η απαίτηση αυτή αντίκειται στο Σύνταγμα, διότι παραβιάζει το δικαίωμα δικαστικής προστασίας και την αρχή της δίκαιης διοικητικής διαδικασίας. Ουσιαστικά, η διάταξη αυτή εξανάγκαζε τον φορολογούμενο να επιλέξει μεταξύ δύο δυσμενών καταστάσεων: είτε να αποδεχθεί την παράβαση, ακόμα και αν θεωρούσε ότι δεν την έχει διαπράξει, προκειμένου να τύχει μειωμένης κύρωσης, είτε να συνεχίσει την αμφισβήτηση της πράξης και να αντιμετωπίσει πολύ αυστηρότερες κυρώσεις του παλαιού καθεστώτος.
Το ΣτΕ τόνισε ότι η εφαρμογή μιας ευνοϊκότερης κύρωσης δεν μπορεί να εξαρτάται από την παραίτηση του φορολογούμενου από τα δικαιώματά του, ούτε από την έμμεση ομολογία της παράβασης. Η νομοθετική αυτή επιλογή αλλοιώνει τον χαρακτήρα της ευνοϊκής ρύθμισης και τη μετατρέπει σε εργαλείο πίεσης προς τον φορολογούμενο, γεγονός που δεν είναι συμβατό με τις συνταγματικές αρχές.
Τι σημαίνει η απόφαση
Σε πρακτικό επίπεδο, η απόφαση έχει ιδιαίτερη σημασία για εκκρεμείς υποθέσεις ελέγχου ή προσφυγών που αφορούν πλαστά και εικονικά τιμολόγια. Οι φορολογούμενοι μπορούν πλέον να επικαλούνται την εφαρμογή των νεότερων, ηπιότερων κυρώσεων, χωρίς να απαιτείται να αποδεχθούν την παράβαση ή να παραιτηθούν από διοικητικές προσφυγές ή δικαστικά ένδικα μέσα. Η φορολογική διοίκηση υποχρεούται να εφαρμόζει τις ευνοϊκότερες διατάξεις αυτεπαγγέλτως, εφόσον αυτές οδηγούν σε χαμηλότερα πρόστιμα ή ηπιότερο συνολικό καθεστώς κυρώσεων. Η απόφαση ΣτΕ 1931/2025 εντάσσεται σε μια ευρύτερη νομολογιακή τάση που αντιμετωπίζει τις φορολογικές κυρώσεις όχι απλώς ως διοικητικά μέτρα, αλλά ως μέτρα με έντονο ποινικό-τιμωρητικό χαρακτήρα, τα οποία πρέπει να υπόκεινται σε αυξημένες εγγυήσεις νομιμότητας και αναλογικότητας. Με τον τρόπο αυτό, ενισχύεται η ασφάλεια δικαίου και αποκαθίσταται η ισορροπία μεταξύ της ανάγκης καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και της προστασίας των δικαιωμάτων των φορολογούμενων.
Πλαστά ή εικονικά τιμολόγια
Όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά ή νοθεύει στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών μηνών. Αν όμως τα φορολογικά στοιχεία χρησιμοποιήθηκαν για τη διάπραξη ή την υποστήριξη φοροδιαφυγής, ο δράστης τιμωρείται με τις ποινές ως αυτουργός ή συμμέτοχος.
Ειδικά όποιος εκδίδει ή αποδέχεται εικονικά φορολογικά στοιχεία για ανύπαρκτη συναλλαγή στο σύνολό της ή για μέρος αυτής τιμωρείται: α) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή χρηματική ποινή σύμφωνα με το άρθρο 57 του Π.Κ., εφόσον η συνολική αξία των εικονικών φορολογικών στοιχείων υπερβαίνει το ποσό των 75.000 ευρώ, και β) με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους ή κάθειρξη έως έξι (6) έτη, εφόσον το ως άνω ποσό υπερβαίνει τα 200.000 ευρώ.
* Αναδημοσίευση από την εφημερίδα "Κεφάλαιο"
