Σκληρή κριτική στην ...
κυβερνητική πολιτική για την ενέργεια, την απολιγνιτοποίηση και την ανάπτυξη μεγάλων data centers στην Ελλάδα άσκησε ο Πέτρος Παπαγεωργίου, μέλος του Διαρκούς Βουλευτηρίου της ΝΙΚΗΣ και Υπεύθυνος της Θεματικής Ομάδας "Βιομηχανία-Καινοτομία", μιλώντας στον Flash 99,4, στον Γιώργο Δήμπαλα και στην εκπομπή «Η φωνή της υπαίθρου».
Ο κ. Παπαγεωργίου, Μηχανολόγος Ηλεκτρολόγος Μηχανικός με πολυετή εμπειρία στη βιομηχανία, έθεσε στο επίκεντρο όσα, κατά την εκτίμησή του, αποσιωπώνται όταν τα κέντρα δεδομένων παρουσιάζονται απλώς ως "μεγάλες επενδύσεις": την τεράστια κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας, τις ανάγκες τους σε νερό, τις περιορισμένες μόνιμες θέσεις εργασίας και το ερώτημα αν η χώρα εγκαταλείπει την πραγματική παραγωγή για ένα μοντέλο που βασίζεται όλο και περισσότερο στη διαχείριση δεδομένων.
Εξηγώντας αρχικά τι είναι ένα data center, ο Πέτρος Παπαγεωργίου το περιέγραψε ως έναν μεγάλο χώρο με ισχυρά υπολογιστικά συστήματα, όπου συγκεντρώνονται, αποθηκεύονται και επεξεργάζονται τεράστιες ποσότητες δεδομένων.
"Είναι τεράστιοι χώροι γεμάτοι από υπερυπολογιστές, οι οποίοι στήνονται για να συλλέγουν δεδομένα για καθετί που κινείται πάνω στη γη», ανέφερε, συνδέοντας το ζήτημα και με τη διαρκώς αυξανόμενη συγκέντρωση προσωπικών, οικονομικών και καταναλωτικών πληροφοριών.
Εξέφρασε ιδιαίτερη ανησυχία για το ποιος θα έχει πρόσβαση σε αυτά τα δεδομένα και ποιος θα ελέγχει τις υποδομές όπου αποθηκεύονται. Για τον ίδιο, το ζήτημα δεν περιορίζεται στην τεχνολογία, αλλά αφορά πλέον την ιδιωτικότητα, την οικονομική δραστηριότητα και τα δικαιώματα των πολιτών.
Όπως υποστήριξε, όσο περισσότερες πλευρές της ζωής ψηφιοποιούνται, τόσο μεγαλύτερη αξία αποκτά η πληροφορία και τόσο μεγαλύτερη ισχύ αποκτά εκείνος που μπορεί να τη συγκεντρώνει και να την επεξεργάζεται.
Σχετικά με την ενέργεια, τα data centers, τόνισε, δεν λειτουργούν περιστασιακά. Χρειάζονται σταθερή ηλεκτροδότηση κάθε ώρα και κάθε ημέρα του χρόνου. "Δουλεύουν 24 ώρες το 24ωρο, επτά μέρες την εβδομάδα, 365 μέρες τον χρόνο αδιάλειπτα", είπε, εξηγώντας ότι μια τέτοια εγκατάσταση δεν έχει τη μεταβλητότητα μιας οικιακής ή συνηθισμένης εμπορικής κατανάλωσης.
Με βάση αυτή τη διαπίστωση αμφισβήτησε την κυβερνητική επιχειρηματολογία ότι τόσο μεγάλες και σταθερές ενεργειακές ανάγκες μπορούν να καλύπτονται απλά μέσω Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας. «Έχουμε ήλιο 24 ώρες το 24ωρο;
Και αέρα δεν έχουμε πάντα», σημείωσε, προσθέτοντας ότι η μεταβλητότητα της αιολικής και ηλιακής παραγωγής δεν συμβαδίζει από μόνη της με ένα φορτίο που πρέπει να παραμένει συνεχώς ενεργό. Η ενεργειακή πολιτική και η ανάγκη διατήρησης παραγωγικής και ενεργειακής αυτάρκειας αποτελούν θέματα στα οποία έχει τοποθετηθεί και σε προηγούμενες παρεμβάσεις του.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα για τον Πέτρο Παπαγεωργίου είναι η Δυτική Μακεδονία και ο ΑΗΣ Αγίου Δημητρίου. Η κριτική του επικεντρώθηκε στο γεγονός ότι, ενώ αποξηλώνονται εγκαταστάσεις που είχαν δημιουργηθεί για την παραγωγή ηλεκτρικού ρεύματος, παράλληλα προωθούνται νέες υποδομές με εξαιρετικά υψηλές ενεργειακές απαιτήσεις.
"Ενώ είχαμε μονάδες που δούλευε ο κόσμος και παρήγαγαν ενέργεια, η οποία είναι χρήσιμη και για τη βιομηχανία και για τα νοικοκυριά, τώρα πάμε να βάλουμε τα data centers που όχι δεν παράγουν, αλλά καταναλώνουν τεράστιες ποσότητες ενέργειας", είπε.
Σύμφωνα με τον ίδιο, από τη μία καταργείται παραγωγική ισχύς και από την άλλη προστίθεται ένα νέο, σταθερό και ιδιαίτερα ενεργοβόρο φορτίο. Παρέθεσε μάλιστα συγκεκριμένες εκτιμήσεις για την ισχύ σχεδιαζόμενων εγκαταστάσεων και υποστήριξε ότι, σε πλήρη ανάπτυξη, η κατανάλωση μπορεί να προσεγγίζει μεγέθη αντίστοιχα με εκείνα που χαρακτήριζαν μεγάλους σταθμούς ηλεκτροπαραγωγής. Τα συγκεκριμένα αριθμητικά μεγέθη αποτελούν στοιχεία που παρουσίασε ο ίδιος στη συνέντευξη.
Εξίσου σοβαρό, σύμφωνα με τον ίδιο, είναι το θέμα του νερού. Οι υπολογιστικές εγκαταστάσεις παράγουν μεγάλες ποσότητες θερμότητας και η ψύξη τους μπορεί, ανάλογα με την τεχνολογία που χρησιμοποιείται, να απαιτεί σημαντικές ποσότητες νερού.
Ο Πέτρος Παπαγεωργίου αναφέρθηκε σε ένα υποθετικό data center ισχύος 300 MW και έκανε λόγο για κατανάλωση της τάξης των 6.000 έως 9.000 κυβικών μέτρων ημερησίως, συγκρίνοντας την ποσότητα με τρεις έως τέσσερις πισίνες ολυμπιακών διαστάσεων κάθε ημέρα. "Όσο καταναλώνει μία πόλη 50.000 κατοίκων θα καταναλώνει ένα data center χωρίς να παράγει τίποτε. Απλά και μόνο για να μην καούν τα τσιπάκια του, για να ψύχονται", είπε χαρακτηριστικά.
Αυτή η διάσταση, κατά την άποψή του, γίνεται ακόμη σοβαρότερη όταν τα κέντρα αυτά αναπτύσσονται κοντά σε αγροτικές και παραγωγικές περιοχές. Το νερό που απαιτείται για ψύξη δεν είναι, όπως τόνισε, αδιάφορο ως προς την ποιότητά του, ενώ την ίδια στιγμή οι αγρότες χρειάζονται τον ίδιο φυσικό πόρο για άρδευση.
Έθεσε, επομένως, το ερώτημα τι θα συμβεί στον υδροφόρο ορίζοντα και στις καλλιεργούμενες εκτάσεις, όταν δίπλα στην πρωτογενή παραγωγή εγκαθίστανται ιδιαίτερα απαιτητικές υποδομές.
Ιδιαίτερα επικριτικός εμφανίστηκε και απέναντι στο επιχείρημα των νέων θέσεων εργασίας. Κατά τον κ. Παπαγεωργίου, οι αριθμοί που προβάλλονται κατά την ανακοίνωση μιας μεγάλης επένδυσης δεν αποτυπώνουν απαραίτητα τις μόνιμες θέσεις που θα υπάρχουν όταν τελειώσει η κατασκευή.
Στη συνέντευξη υποστήριξε ότι αρχικά ακούστηκαν αριθμοί χιλιάδων εργαζομένων, αλλά ότι το μόνιμο προσωπικό μιας τέτοιας εγκατάστασης μπορεί τελικά να περιορίζεται σε λίγες δεκάδες ή εκατοντάδες ανθρώπους. "Ξεκίνησε με ένα νούμερο ότι θα απασχολούνται 15.000 άνθρωποι.
Μετά το πήγανε στους 1.500. Και τώρα η πραγματικότητα είναι ότι θα δουλεύουνε, μετά το τέλος της εγκατάστασης των data centers, 80 με 120 άτομα μόνιμο προσωπικό", είπε. Αντιπαρέβαλε αυτή την εικόνα με τη βιομηχανική και ενεργειακή δραστηριότητα, η οποία, όπως ανέφερε, συντηρούσε πολύ μεγαλύτερο αριθμό άμεσων και έμμεσων θέσεων εργασίας.
Η κριτική του δεν ήταν κατά της τεχνολογίας ως τέτοιας, αλλά κατά μιας επιλογής που, όπως υποστηρίζει, αντικαθιστά δραστηριότητες παραγωγής με υποδομές μεγάλης κατανάλωσης και περιορισμένης απασχόλησης.
Ο ίδιος επέμεινε ιδιαίτερα στη διαφορά μεταξύ πραγματικής παραγωγής και οικονομίας της πληροφορίας. Επικαλέστηκε την προσωπική του εμπειρία από τη βιομηχανία και τη χαλυβουργία, περιγράφοντας μια διαδικασία κατά την οποία μια πρώτη ύλη μεταποιείται, περνά από παραγωγικά στάδια και καταλήγει σε ένα πραγματικό προϊόν.
"Παίρνουμε παλιοσίδερα, τα λιώνουμε, τα κάνουμε μπιγέτα, τα κάνουμε έλαση και παράγουμε σίδερο. Εκεί παράγεις ένα προϊόν ζωντανό", ανέφερε.
Αντίθετα, υποστήριξε ότι ένα μεγάλο μέρος της σύγχρονης οικονομίας μετακινείται σε δραστηριότητες που βασίζονται στην κατοχή και την ταχύτατη επεξεργασία πληροφορίας. Συνέδεσε μάλιστα τα data centers με εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης και με τη δυνατότητα ανάλυσης αγορών, μετοχών, νομισμάτων, πετρελαίου και χρυσού, υποστηρίζοντας ότι όσοι ελέγχουν μεγάλους όγκους δεδομένων αποκτούν καθοριστικό πλεονέκτημα. "Σταματάμε την πραγματική παραγωγή και ασχολούμαστε πλέον με αεριτζίδικες δουλειές", ήταν η ιδιαίτερα αιχμηρή διατύπωσή του.
Για τον ίδιο επομένως, η συζήτηση για τα data centers δεν μπορεί να περιορίζεται στις επενδύσεις, στα κεφάλαια που ανακοινώνονται ή στο τεχνολογικό κύρος που αποδίδεται σε αυτές.
Πρέπει να περιλαμβάνει το ενεργειακό κόστος, το νερό που απαιτείται, την απασχόληση που πραγματικά δημιουργείται, την τύχη των παραγωγικών περιοχών, την προστασία των προσωπικών δεδομένων και το ποιος τελικά ελέγχει την πληροφορία.
Στη δική του αποτίμηση, το ισοζύγιο είναι αρνητικό και το βάρος κινδυνεύει να μεταφερθεί στους πολίτες και ιδιαίτερα στις περιοχές όπου ήδη δοκιμάζονται η παραγωγή και ο πρωτογενής τομέας.
Ο Πέτρος Παπαγεωργίου προειδοποίησε ότι η ανάπτυξη των data centers, όπως προωθείται σήμερα, δεν είναι μια ουδέτερη τεχνολογική επιλογή, αλλά μια απόφαση με σοβαρές συνέπειες για την ενέργεια, το νερό, την παραγωγή και τις τοπικές κοινωνίες.
Όπως τόνισε, το πραγματικό κόστος δεν θα το επωμιστούν οι μεγάλες εταιρείες, αλλά ο ελληνικός λαός και κυρίως οι αγροτικές και παραγωγικές περιοχές που ήδη δοκιμάζονται.
"Είναι ένα φορτίο το οποίο θα το σηκώσει ο ελληνικός λαός και κυρίως οι αγροτικές, οι παραγωγικές περιοχές", ανέφερε χαρακτηριστικά.
