Η 12η Οκτωβρίου 1944 αποτελεί ...
εμβληματική ημερομηνία της σύγχρονης ελληνικής Ιστορίας. Τα γερμανικά ναζιστικά στρατεύματα αποχώρησαν από την Αθήνα και οι κάτοικοι βγήκαν στους δρόμους για να γιορτάσουν το τέλος της Κατοχής.
Ύστερα από χρόνια πείνας, εκτελέσεων, διώξεων και τρομοκρατίας, η Απελευθέρωση γεννούσε την ελπίδα μιας νέας αρχής. Η ελπίδα, ωστόσο, δεν άργησε να συγκρουστεί με τη σκληρή πραγματικότητα.
Η Ελλάδα έβγαινε από την Κατοχή κατεστραμμένη οικονομικά και κοινωνικά, ενώ το πολιτικό ζήτημα που παρέμενε άλυτο ήταν θεμελιώδες: ποιος θα ασκούσε την εξουσία και ποιος θα έλεγχε τις ένοπλες δυνάμεις στη μεταπολεμική χώρα;
Από τις πρώτες κιόλας μέρες της απελευθέρωσης, ξεκίνησε ένα κύμα βίας. Σε πολλές γειτονιές της Αθήνας, ο κόσμος πήρε τον νόμο στα χέρια του. Πρώην ταγματασφαλίτες, καταδότες και συνεργάτες των ναζί δέχονταν επιθέσεις από ομάδες της ΟΠΛΑ (Οργάνωση Περιφρούρησης Λαϊκού Αγώνα).
Αντίστοιχα, στελέχη του ΕΑΜ και του ΚΚΕ άρχισαν να στοχοποιούνται από αντικομμουνιστικές οργανώσεις (όπως η οργάνωση "Χ" του Γεωργίου Γρίβα).
Οι συγκρούσεις, οι διώξεις και οι επιθέσεις σε βάρος πολιτικών αντιπάλων έδειχναν ότι η κοινωνία παρέμενε βαθιά διχασμένη.
Τα τραγικά γεγονότα της 3ης Δεκεμβρίου στο Σύνταγμα δεν ήταν ένα "κεραυνός εν αιθρία", αλλά η κορύφωση μιας καθημερινής ακραίας αντιπαλότητας που επιδεινωνόταν από την οικονομική εξαθλίωση.
Μια χώρα σε οικονομική κατάρρευση
Η πολιτική κρίση εκτυλισσόταν μέσα σε συνθήκες ακραίας οικονομικής δυσπραγίας. Ο πληθωρισμός της Κατοχής είχε σχεδόν καταστρέψει την αγοραστική δύναμη της δραχμής.
Τα χαρτονομίσματα έφεραν αστρονομικές ονομαστικές αξίες, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μπορούσαν να εξασφαλίσουν τα στοιχειώδη αγαθά.
Μια φωτογραφία του Dmitri Kessel, φωτογράφου του περιοδικού LIFE, από την Αθήνα τον Νοέμβριο του 1944, δείχνει την ανταλλαγή ενός αυγού με δισεκατομμύρια δραχμές.
Η ιστορική πραγματικότητα που αναδεικνύει είναι σαφής: η οικονομική κατάρρευση είχε κάνει την καθημερινή επιβίωση εξαιρετικά δύσκολη.
Στις 11 Νοεμβρίου 1944 τέθηκε σε κυκλοφορία το νέο νόμισμα, με αναλογία μίας νέας δραχμής προς 50 δισεκατομμύρια παλιές. Η νομισματική μεταρρύθμιση επιχειρούσε να αποκαταστήσει τη λειτουργία του νομίσματος, αλλά δεν μπορούσε από μόνη της να αντιμετωπίσει τις ελλείψεις, τη φτώχεια και τις βαθιές κοινωνικές συνέπειες της Κατοχής.
Το μεγάλο διακύβευμα: Ποιος θα κρατούσε τα όπλα;
Στις 18 Οκτωβρίου έφθασε στην Αθήνα ο πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου, επικεφαλής της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας.
Στην κυβέρνηση συμμετείχαν και εκπρόσωποι του ΕΑΜ. Η συμμετοχή αυτή δημιουργούσε την προσδοκία ότι οι διαφορετικές πολιτικές δυνάμεις θα μπορούσαν να συνεννοηθούν για τη μεταπολεμική πορεία της χώρας.
Η συνεννόηση, όμως, αποδείχθηκε εξαιρετικά δύσκολη. Το ΕΑΜ και ο ΕΛΑΣ διέθεταν μεγάλη πολιτική επιρροή και σημαντική ένοπλη δύναμη, ύστερα από την καθοριστική συμμετοχή τους στην Αντίσταση. Θεωρούσαν ότι δεν μπορούσαν να παραμεριστούν στη νέα πολιτική πραγματικότητα.
Η κυβέρνηση Παπανδρέου και οι Βρετανοί, από την πλευρά τους, υποστήριζαν τη συγκρότηση τακτικού εθνικού στρατού και τον αφοπλισμό των αντάρτικων σχηματισμών.
Η διαφωνία δεν αφορούσε μόνο το εάν θα διαλύονταν οι ένοπλες οργανώσεις, αλλά και το με ποια σειρά, με ποιες εγγυήσεις και με ποιους όρους θα γινόταν ο αφοπλισμός.
Εδώ βρισκόταν ο πυρήνας της κρίσης. Το ΕΑΜ φοβόταν ότι ο αφοπλισμός του ΕΛΑΣ, χωρίς αντίστοιχη αντιμετώπιση των άλλων ένοπλων δυνάμεων, θα άλλαζε τους συσχετισμούς εις βάρος του.
Η κυβέρνηση και οι Βρετανοί αντιμετώπιζαν τη διατήρηση ενός ισχυρού αυτόνομου ΕΛΑΣ ως πρόβλημα για την αποκατάσταση της κρατικής εξουσίας.
Η Βρετανία, υπό τον Ουίνστον Τσόρτσιλ, είχε αποφασιστικό ρόλο στις εξελίξεις. Η στρατιωτική παρουσία της στην Ελλάδα και η στήριξη της κυβέρνησης επηρέαζαν άμεσα τις πολιτικές ισορροπίες.
Η σύγκρουση, επομένως, δεν ήταν μόνο ελληνική υπόθεση: συνδεόταν και με τις βρετανικές επιδιώξεις για τη μεταπολεμική πολιτική τάξη στην Ελλάδα.
Ο υποστράτηγος Ρόναλντ Σκόμπι, Αρχηγός των Βρετανικών Δυνάμεων στην Ελλάδα, και ο Έλληνας πρωθυπουργός Γεώργιος Παπανδρέου κατά την άφιξή τους στο λιμάνι του Πειραιά στις 18 Οκτωβρίου 1944, μετά την απελευθέρωση της Αθήνας
Από τις διαπραγματεύσεις στο αδιέξοδο
Τον Νοέμβριο συνεχίστηκαν οι διαπραγματεύσεις για τη διάλυση των αντάρτικων σωμάτων και τη συγκρότηση νέου στρατού.
Ιδιαίτερη σημασία είχε το ζήτημα της Ορεινής Ταξιαρχίας και του Ιερού Λόχου. Για την ηγεσία του ΕΑΜ, η διατήρηση αυτών των ένοπλων σχηματισμών δημιουργούσε ανησυχία για την ισορροπία δυνάμεων.
Οι διαπραγματεύσεις δεν κατόρθωσαν να εξασφαλίσουν μια συμφωνία αποδεκτή από όλες τις πλευρές. Η αντιπαράθεση μετατοπιζόταν πλέον από το πολιτικό επίπεδο στο ζήτημα του άμεσου ελέγχου των όπλων.
1-3 Δεκεμβρίου: Η κρίση μετατρέπεται σε σύγκρουση
Την 1η Δεκεμβρίου η κρίση έφθασε σε καθοριστικό σημείο. Η κυβέρνηση προώθησε την εφαρμογή της απόφασης για τον αφοπλισμό των ένοπλων σχηματισμών, με προθεσμία τη 10η Δεκεμβρίου.
Στις 2 Δεκεμβρίου, έξι υπουργοί που εκπροσωπούσαν το ΕΑΜ στην κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας παραιτούνται, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τις αποφάσεις σχετικά με τον αφοπλισμό.
Η παραίτησή τους σηματοδοτεί ουσιαστικά τη διάλυση της πολιτικής συνεργασίας που είχε συγκροτηθεί στο πλαίσιο της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας.
Η κυβέρνηση Παπανδρέου χάνει πλέον ένα βασικό τμήμα της πολιτικής της εκπροσώπησης. Το ΕΑΜ προχωρά στην οργάνωση μεγάλης διαδήλωσης για την επόμενη ημέρα, Κυριακή 3 Δεκεμβρίου. Η ένταση επιδεινώθηκε όταν η κυβέρνηση ανακάλεσε την άδεια για τη διαδήλωση.
Το ΕΑΜ αποφάσισε να προχωρήσει στη συγκέντρωση, παρά την απαγόρευση.
Η Ματωμένη Κυριακή της 3ης Δεκεμβρίου 1944
Στις 3 Δεκεμβρίου, πλήθος διαδηλωτών συγκεντρώθηκε στο κέντρο της Αθήνας και κινήθηκε προς την πλατεία Συντάγματος. Η διαδήλωση θα καταλήξει σε αιματοχυσία και θα αποτελέσει την άμεση αφετηρία των Δεκεμβριανών.
Ο Christopher Woodhouse (Κρίστοφερ Γουντχάουζ) στο βιβλίο του "Το Μήλο της Έριδος" (Apple of Discord) αφιερώνει ένα πολύ μεγάλο και κρίσιμο μέρος της ανάλυσής του ακριβώς σε εκείνη την περίοδο.
Ο Woodhouse δεν ήταν ένας απλός παρατηρητής, αλλά ένας από τους πιο σημαντικούς πρωταγωνιστές της εποχής. Ως επικεφαλής της Βρετανικής Στρατιωτικής Αποστολής στην Ελλάδα κατά την Κατοχή, είχε άμεση γνώση των γεγονότων.
Στο βιβλίο του, αναλύει με λεπτομέρεια την πλήρη έλλειψη εμπιστοσύνης ανάμεσα στην κυβέρνηση Παπανδρέου και το ΕΑΜ/ΕΛΑΣ.
Εξηγεί γιατί ο Τσόρτσιλ και οι Βρετανοί ήταν αποφασισμένοι να μην αφήσουν την Αθήνα να πέσει στα χέρια των κομμουνιστών, θεωρώντας την Ελλάδα στρατηγικό προπύργιο στη Μεσόγειο.
Περιγράφει τις ατέλειωτες, αγωνιώδεις διαπραγματεύσεις για τον αφοπλισμό των αντάρτικων ομάδων και τη συγκρότηση ενός εθνικού στρατού. Αναγνωρίζει ότι οι συμβιβασμοί που προτείνονταν ήταν συχνά ανεπαρκείς για να ικανοποιήσουν τις ακραίες πτέρυγες και των δύο πλευρών. Ως αυτόπτης μάρτυρας και εμπλεκόμενος, δίνει μια πολύ συγκεκριμένη εικόνα για τη διαδήλωση στο Σύνταγμα.
Πώς ερμηνεύει ο Γούντχαουζ τα τραγικά γεγονότα της διαδήλωσης της 3ης Δεκεμβρίου
Ο Γούντχαουζ δεν παρουσιάζει μία απολύτως βέβαιη εκδοχή για το ποιος πυροβόλησε πρώτος. Καταγράφει διαφορετικές αφηγήσεις.
Α. Η εκδοχή ότι η αστυνομία πυροβόλησε εναντίον του πλήθους
Ο Βρετανός περιγράφει ότι, όταν οι διαδηλωτές έφτασαν αντιμέτωποι με την αστυνομία στην πλατεία Συντάγματος, πολλοί αστυνομικοί πυροβόλησαν προς το πλήθος, χωρίς διάκριση.
Β. Η αντίθετη εκδοχή: ότι πυροβόλησαν πρώτοι οι διαδηλωτές
Ο συγγραφέας αναφέρει και την άλλη εκδοχή: σύμφωνα με ορισμένες αφηγήσεις, οι διαδηλωτές πυροβόλησαν πρώτοι.
Φαίνεται πάντως πως θεωρεί πιο πιθανό, οι πυροβολισμοί να έγιναν από την αστυνομία, γράφοντας πως η παράδοση των υπηρεσιών της Χωροφυλακής και της Ειδικής Ασφάλειας στην Εθνοφυλακή προβλεπόταν να ολοκληρωθεί έως τις 17 Δεκεμβρίου 1944.
Η προθεσμία αυτή ήταν ακόμη ανοιχτή όταν πραγματοποιήθηκε η διαδήλωση της 3ης Δεκεμβρίου. Αυτό είναι μια σημαντική λεπτομέρεια.
Η αστυνομία της εποχής ήταν στελεχωμένη από άτομα που είχαν υπηρετήσει επί Κατοχής και φοβούνταν την εκδίκηση του ΕΛΑΣ.
Ο Γούντχαουζ ίσως υπονοεί ότι οι πυροβολισμοί δεν ήταν κυβερνητική εντολή, αλλά ένα ξέσπασμα πανικού και μίσους από την πλευρά των αστυνομικών, οι οποίοι ένιωθαν ότι η παρουσία του πλήθους ήταν το προοίμιο της τελικής τους εξόντωσης.
Ο Γούντχαουζ παραδέχεται ότι η αλήθεια για τους πυροβολισμούς, ίσως να μη γίνει ποτέ γνωστή. Το σημαντικότερο συμπέρασμά του είναι πως η Ματωμένη Κυριακή ήταν η αφορμή, και όχι η βαθύτερη αιτία του εμφυλίου πολέμου.
Υποστηρίζει ότι, ακόμη και αν δεν είχαν συμβεί οι πυροβολισμοί της 3ης Δεκεμβρίου, η σύγκρουση θα ξεσπούσε με κάποια άλλη αφορμή.
Με άλλα λόγια, θεωρεί ότι οι πολιτικές και στρατιωτικές αντιθέσεις είχαν ήδη φτάσει σε τέτοιο σημείο, ώστε η ένοπλη σύγκρουση να βρίσκεται πολύ κοντά. Διακρίνει συνεπώς, την άμεση αφορμή από τις βαθύτερες αιτίες:
- Η άμεση αφορμή ήταν η αιματηρή καταστολή της διαδήλωσης.
- Οι βαθύτερες αιτίες ήταν η σύγκρουση για τον αφοπλισμό, τον έλεγχο των σωμάτων ασφαλείας, τη συγκρότηση του νέου στρατού και την πολιτική εξουσία στη μεταπολεμική Ελλάδα.
Η διάκριση αυτή βρίσκεται στον πυρήνα της ερμηνείας του. Δεν αποδίδει όλη την ιστορική εξέλιξη σε ένα μεμονωμένο περιστατικό, αλλά στη συσσώρευση πολιτικών και στρατιωτικών αντιθέσεων.
Για τον εμφύλιο στα Δεκεμβριανά, σημειώνει πως είναι συγκλονιστικό το γεγονός ότι η σύγκρουση αυτή κορυφώθηκε την ίδια στιγμή που ο Χίτλερ εξαπέλυε την τελευταία του μεγάλη επίθεση στις Αρδένες.
Ενώ η Ευρώπη έδινε την ύστατη μάχη για να συντρίψει τον Ναζισμό, η Αθήνα βυθιζόταν στο αίμα του Εμφυλίου.
Οι Βρετανοί, για να διασφαλίσουν τον έλεγχο της πρωτεύουσας, αναγκάστηκαν να μεταφέρουν δυνάμεις από το μέτωπο, ενώ η ηγεσία του ΚΚΕ, προσπαθώντας να διασώσει το "κύρος" της Αντίστασης, οδήγησε το κίνημα σε μια στρατιωτική ήττα που θα το περιθωριοποιούσε για δεκαετίες.
Μετά την 3η Δεκεμβρίου, ο "πολιτικός χρόνος" σταμάτησε και τον λόγο πήραν τα όπλα. Οι μάχες των Δεκεμβριανών συνεχίστηκαν έως τις 11 Ιανουαρίου 1945 και αποτέλεσαν το προοίμιο του Εμφυλίου Πολέμου του 1946–1949.


