Η φετινή ΔΕΘ δεν έβγαλε έναν ...
καθαρό νικητή, αλλά θα περιμένουμε τις δημοσκοπήσεις. Έβγαλε, όμως, τρεις διαφορετικές πολιτικές προτάσεις και ένα κοινό ερώτημα που θα ακολουθεί και τους τρεις μέχρι τις εκλογές, ποιος μπορεί να αποδείξει ότι αυτά που λέει πράγματι εφαρμόζονται αλλά και λύνουν τα προβλήματα των πολίτων και απαντούν για τον δρόμο που πρέπει να ακολουθήσει η χώρε σε ταραγμένους καιρούς.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης επέλεξε τη γραμμή της συνέχειας. Ο Αλέξης Τσίπρας παρουσίασε ένα πολύ πιο επιθετικό σχέδιο αναδιανομής. Ο Νίκος Ανδρουλάκης επιχείρησε να δείξει ότι το ΠΑΣΟΚ μπορεί να συνδυάσει κοινωνική πολιτική, θεσμικές τομές και παραγωγική ανασυγκρότηση.
Τρεις διαφορετικές προσεγγίσεις. Τρεις διαφορετικές πολιτικές γλώσσες. Και τρεις διαφορετικές αδυναμίες.
Ο Μητσοτάκης ποντάρει στην ασφάλεια, αλλά κουβαλά επτά χρόνια διακυβέρνησης
Το βασικό πλεονέκτημα του πρωθυπουργού είναι η κοστολόγηση. Η κυβερνητική πρόταση συνοδεύεται από δημοσιονομικά μεγέθη, χρονοδιαγράμματα και συγκεκριμένους στόχους για μισθούς, ανάπτυξη, επενδύσεις και χρέος.
Αυτό του επιτρέπει να εμφανίζεται ως η πιο προβλέψιμη επιλογή. Το πρόβλημα, όμως, είναι άλλο. Η κυβέρνηση δεν ξεκινά τώρα. Κυβερνά ήδη. Και για αυτό η ακρίβεια, τα ενοίκια, το ενεργειακό κόστος και η πίεση των μικρομεσαίων δεν μπορούν να παρουσιάζονται μόνο ως προβλήματα του μέλλοντος.
Ο Μητσοτάκης έχει το πλεονέκτημα της δημοσιονομικής σοβαρότητας, αλλά και το μειονέκτημα της φθοράς. Μπορεί να πει «αυτά κοστίζουν τόσο», αλλά θα ακούσει και το ερώτημα, γιατί δεν λύθηκαν περισσότερα μέχρι σήμερα;
Ο Τσίπρας ανεβάζει τον πήχη και μαζί τον λογαριασμό
Ο Αλέξης Τσίπρας επέλεξε μια πολύ πιο επιθετική κοινωνική ατζέντα. Υψηλότερος κατώτατος μισθός, χαμηλότερος ΦΠΑ σε βασικά αγαθά, 120 δόσεις, παρεμβάσεις σε φάρμακα, στέγη και ενέργεια και πολύ ισχυρότερη αναδιανομή.
Πολιτικά, το μήνυμα είναι καθαρό. Περισσότερα από τους ισχυρούς, περισσότερα προς τα χαμηλά και μεσαία στρώματα. Εκεί ακριβώς, όμως, βρίσκεται και το πρόβλημα.
Το πρόγραμμα είναι πολύ πιο ακριβό και απαιτεί πολύ μεγαλύτερη δημοσιονομική ευελιξία. Η "πατριωτική εισφορά" και οι παρεμβάσεις στον μεγάλο πλούτο μπορεί να έχουν πολιτική απήχηση, αλλά από μόνες τους δεν λύνουν το πρόβλημα του συνολικού κόστους και παράλληλα προκάλεσαν "βραχυκύκλωμα" από την ανεπάρκεια των στελεχών της ΕΛ.Α.Σ να το εξηγήσουν.
Ο Τσίπρας έχει το πιο επιθετικό πακέτο, αλλά και τη μεγαλύτερη ανάγκη να αποδείξει ότι δεν επαναφέρει μια λογική εξαγγελιών χωρίς επαρκή αριθμητική κάλυψη.
Ο Ανδρουλάκης παρουσίασε σχέδιο διακυβέρνησης αλλά όχι ακόμη πλήρη λογαριασμό
Η παρουσία του Νίκου Ανδρουλάκη είχε ένα διαφορετικό χαρακτηριστικό. Δεν περιορίστηκε σε αποσπασματικά μέτρα. Παρουσίασε επτά μεγάλες τομές: ακρίβεια, παραγωγικό μοντέλο, μισθοί και συντάξεις, ιδιωτικό χρέος, στέγη και δημογραφικό, Υγεία και Παιδεία, κράτος και θεσμοί.
Η λογική είναι πιο συνεκτική από ένα απλό «πακέτο παροχών».
Το πρόβλημα αρχίζει όταν τα μέτρα αθροίζονται.
13ος μισθός στο Δημόσιο, 13η σύνταξη, νέο ΕΚΑΣ, φοροελαφρύνσεις, 120 δόσεις, 40.000 κοινωνικές κατοικίες, μειώσεις ΦΠΑ και ΕΦΚ, ενίσχυση Υγείας και Παιδείας, ενεργειακές παρεμβάσεις.
Όλα μεμονωμένα μπορούν να γίνουν. Το ερώτημα είναι αν μπορούν να γίνουν όλα μαζί.
Το ΠΑΣΟΚ απαντά ότι οι πόροι θα βρεθούν από ανάπτυξη, περιορισμό σπατάλης, καλύτερους διαγωνισμούς, πάταξη πελατειακών πρακτικών και φορολόγηση υπερκερδών. Αυτό, όμως, είναι πολιτική κατεύθυνση. Δεν είναι ακόμη πλήρης δημοσιονομική εξίσωση.
Και εδώ θα κριθεί το σχέδιο Ανδρουλάκη. Αν παρουσιάσει αναλυτικό πίνακα τετραετίας κόστος, χρόνος εφαρμογής, πηγές χρηματοδότησης και προτεραιότητες– θα ενισχύσει σημαντικά το επιχείρημα της κυβερνητικής ετοιμότητας. Αν όχι, θα δεχθεί πίεση και από τη ΝΔ και από τον Τσίπρα.
Τρεις διαφορετικές αδυναμίες
Ο Μητσοτάκης έχει το πιο κοστολογημένο σχέδιο, αλλά πρέπει να απαντήσει για όσα δεν λύθηκαν σε επτά χρόνια.
Ο Τσίπρας έχει το πιο κοινωνικά επιθετικό σχέδιο, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι ο λογαριασμός βγαίνει.
Ο Ανδρουλάκης έχει το πιο θεσμικά αναλυτικό σχέδιο, αλλά πρέπει να αποδείξει ότι οι πολλές δεσμεύσεις μπορούν να χωρέσουν στην ίδια τετραετία. Αυτή είναι και η ουσία της πολιτικής μάχης μετά τη ΔΕΘ.
Οι εξαγγελίες τελείωσαν. Τώρα αρχίζει η αριθμητική. Και στις επόμενες εκλογές ίσως δεν κερδίσει αυτός που υποσχέθηκε τα περισσότερα, αλλά αυτός που θα πείσει ότι μπορεί πράγματι να τα κάνει.
