Ογδόντα δύο χρόνια μετά την ...
εκτέλεση των 200 αγωνιστών στο Σκοπευτήριο Καισαριανής, νέες φωτογραφίες που φέρονται να αποτυπώνουν τις τελευταίες στιγμές τους φέρνουν ξανά στο προσκήνιο μία από τις πιο σκοτεινές σελίδες της γερμανικής Κατοχής.
Το υλικό, του οποίου η αυθεντικότητα δεν έχει ακόμη επιβεβαιωθεί, εντοπίστηκε σε άλμπουμ που αποδίδεται σε Γερμανό αξιωματικό και εμφανίστηκε προς πώληση στο eBay από ιδιώτη στο Βέλγιο.
Η δημοσιοποίησή του, μέσω της διαδικτυακής κοινότητας «Greece at WWII Archives», προκάλεσε έντονες αντιδράσεις και άνοιξε εκ νέου τη συζήτηση για τη διαχείριση ιστορικών τεκμηρίων που συνδέονται με εγκλήματα πολέμου.
Παράλληλα, σύμφωνα με νεότερες πληροφορίες, η δημοπρασία φέρεται να έχει λήξει και οι σχετικές αναρτήσεις να έχουν αφαιρεθεί.
Ένα έγκλημα-ορόσημο της Κατοχής
Η εκτέλεση της 1ης Μαΐου 1944 αποτέλεσε πράξη αντιποίνων για τη δολοφονία Γερμανού στρατηγού και τριών αξιωματικών στους Μολάους Λακωνίας λίγες ημέρες νωρίτερα. Η διαταγή δημοσιεύθηκε στον Τύπο στις 30 Απριλίου 1944 και προέβλεπε ρητά τον τυφεκισμό 200 κομμουνιστών κρατουμένων.
Οι περισσότεροι από τους εκτελεσθέντες είχαν μεταφερθεί από το στρατόπεδο συγκέντρωσης του Χαϊδαρίου. Η επιλογή της Εργατικής Πρωτομαγιάς για την εκτέλεση ενίσχυσε τον συμβολικό χαρακτήρα της πράξης, μετατρέποντάς την σε διαχρονικό σημείο αναφοράς της Αντίστασης.
Οι πρώτες ταυτοποιήσεις: Όταν τα πρόσωπα αποκτούν ξανά όνομα
Ιδιαίτερο βάρος αποκτούν οι πρώτες αναφορές πιθανής ταυτοποίησης προσώπων που εμφανίζονται στις φωτογραφίες. Σε μία από τις εικόνες διακρίνεται άνδρας με λευκό πουκάμισο, για τον οποίο χρήστες των κοινωνικών δικτύων υποστηρίζουν ότι πρόκειται για τον Βασίλης Παπαδήμας.
Γεννημένος το 1909 στην Πύλο, εργάτης σε οινοπνευματοποιία στη Μεσσηνία και βετεράνος του αλβανικού μετώπου, συνελήφθη το 1941 και μεταφέρθηκε διαδοχικά σε Ναύπλιο, Λάρισα και Χαϊδάρι, πριν συμπεριληφθεί στη λίστα των 200.
Η οικογενειακή του τραγωδία συνεχίστηκε μετά την εκτέλεση, καθώς η μητέρα του πέθανε λίγες εβδομάδες αργότερα, ενώ ο αδελφός του διώχθηκε μεταπολεμικά.
Σε άλλη φωτογραφία ξεχωρίζει ένας νεαρός άνδρας με έκφραση που μοιάζει με αχνό χαμόγελο. Σύμφωνα με δημοσιεύματα, ενδέχεται να είναι ο Ηλίας Ρίζος, εργαζόμενος σε μικρή βιοτεχνία στη Λαμία, ο οποίος συνελήφθη και οδηγήθηκε μέσω Χαϊδαρίου στην Καισαριανή. Τα αδέλφια του είχαν επίσης ενεργό ρόλο στην Αντίσταση.
Εφόσον οι ταυτοποιήσεις επιβεβαιωθούν, οι φωτογραφίες δεν θα αποτελούν απλώς οπτικό τεκμήριο, αλλά ένα εργαλείο επανασύνδεσης οικογενειών και ιστορικών ερευνητών με συγκεκριμένα πρόσωπα και βιογραφίες.
Το μεγάλο ερώτημα: Μνήμη ή εμπόρευμα;
Πέρα από την ιστορική τους αξία, τα ντοκουμέντα εγείρουν ένα κρίσιμο ηθικό ζήτημα: μπορεί υλικό που συνδέεται με εγκλήματα πολέμου να αποτελεί αντικείμενο εμπορικής συναλλαγής;
Η υπόθεση επαναφέρει τη συζήτηση για τη θεσμική κατοχύρωση, την αρχειακή διαχείριση και την προστασία της συλλογικής μνήμης.
Αν αποδειχθούν γνήσιες, οι φωτογραφίες ενδέχεται να προσφέρουν νέα στοιχεία για τις συνθήκες της εκτέλεσης, να ενισχύσουν την τεκμηρίωση και να λειτουργήσουν ως υπενθύμιση ότι η Ιστορία δεν είναι αφηρημένη έννοια, αλλά πρόσωπα που μας κοιτούν κατάματα.
Ογδόντα δύο χρόνια μετά, η Καισαριανή δεν είναι μόνο τόπος μνήμης. Είναι ένα ανοιχτό αρχείο που συνεχίζει να γράφεται.
