Επιχείρηση... γραβάτα μετά τη θηλιά του μνημονίου


Του Ηλία Μπενέκου
Η ψήφιση των μέτρων ...

αφαίρεσε από την κυβέρνηση ένα «βραχνά» μηνών, καθώς έστω και στο παρά πέντε του κρίσιμου Eurogroup της 22ας Μαΐου, της παρέχει ένα επιπλέον «όπλο» στη μάχη, με στόχο την εξασφάλιση μιας συνολικής συμφωνίας, που θα δίνει λύση και στο θέμα του χρέους. 
Είναι αλήθεια βέβαια πως το Βερολίνο έσπευσε να βάλει φρένο στην ελληνική υπεραισιοδοξία, ωστόσο τα μηνύματα που φθάνουν στο κυβερνητικό στρατόπεδο είναι τέτοια που επιτρέπουν αισιοδοξία, έστω και αν δεν υπάρξει λύση την προσεχή Δευτέρα, αλλά χρειαστεί να μετατοπιστεί για την επόμενη συνεδρίαση της 15ης Ιουνίου.

Επιχείρηση... γραβάτα μετά τη θηλιά του μνημονίου
Με ψηφισμένα, χωρίς διαρροές, από την κοινοβουλευτική πλειοψηφία, τα σκληρά μέτρα της συμφωνίας με τους δανειστές, το Μαξίμου πλέον βάζει πλώρη για τους νέους σταθμούς. 
Έχοντας ξεπεράσει το δύσκολο κάβο της Βουλής και της εσωκομματικής γκρίνιας -αν και στο κυβερνητικό στρατόπεδο εδώ και καιρό διαβεβαίωναν πως παρά τις επιφυλάξεις και τις αντιρρήσεις μερίδας βουλευτών, ουδείς θα τολμούσε να αναλάβει το κόστος να ρίξει την κυβέρνηση- εστιάζουν πλέον στην επόμενη μέρα, με βασική μέριμνα τη σωστή επικοινωνιακή διαχείριση των μέτρων που ψηφίστηκαν, αλλά και το ζήτημα του χρέους, όπου οι ελπίδες είναι ιδιαίτερα υψηλές.
Σε κάθε περίπτωση η ψήφιση των μέτρων αφαίρεσε από την κυβέρνηση, ένα «βραχνά» μηνών, καθώς έστω και στο παρά πέντε του κρίσιμου Eurogroup της 22ας Μαΐου, της παρέχει ένα επιπλέον «όπλο» στη μάχη που δίνει με στόχο την εξασφάλιση μιας συνολικής συμφωνίας, που θα δίνει λύση και στο θέμα του χρέους.
Αν οι προσδοκίες αυτές επαληθευτούν, τότε τα βήματα που θα ακολουθήσουν με βάση τον «οδικό χάρτη» που έχουν εκπονήσει στο επιτελείο του πρωθυπουργού, προβλέπουν δοκιμαστική έξοδο στις αγορές και σταδιακή απαλλαγή από την εποχή των μνημονίων και της μεγάλης οικονομικής κρίσης, μέσω της δυναμικής στροφής στην ανάπτυξη της άρσης των capital control κ.λπ.
Το χρέος και η... γραβάτα
Ακόμη και... θέμα 24ώρων θα μπορούσε να είναι κατά την κυβέρνηση το ζήτημα της ρύθμισης του χρέους, αφού όπως διαβεβαιώνουν οι επιτελείς του Μαξίμου «το βασικό σενάριο πάνω στο οποίο δουλεύουν οι πάντες, είναι να υπάρξει στις 22 Μαΐου μια συμφωνία συνολική και με τον προσδιορισμό των μεσοπρόθεσμων μέτρων για το χρέος, αλλά και με την έγκριση της τεχνικής συμφωνίας». Την αισιοδοξία αυτή εξάλλου φρόντισε να βγάλει προς τα έξω ο ίδιος ο πρωθυπουργός, προσδίδοντάς της και την ανάλογη βαρύτητα.
Η δήλωση του κ. Τσίπρα λίγο μετά το πέρας της ψηφοφορίας σαφώς «έδειξε» προς την πλευρά των δανειστών λέγοντας χαρακτηριστικά πως «η Ελλάδα έχει τηρήσει στο ακέραιο τα συμφωνηθέντα. Τώρα είναι η μπάλα στο γήπεδο των δανειστών.  Είναι η σειρά τους να τηρήσουν και αυτοί τις δεσμεύσεις τους, στο ακέραιο, όπως κάναμε κι εμείς». 
Παρουσιάζοντας δε με ακρίβεια το τι περιμένει η Αθήνα, ο κ. Τσίπρας ξεκαθάρισε ότι «αναμένουμε και δικαιούμαστε, από τη συνεδρίαση του Eurogroup της ερχόμενης Δευτέρας, μια απόφαση για τη ρύθμιση του ελληνικού δημόσιου χρέους, που θα είναι αντίστοιχη των θυσιών του ελληνικού λαού». Μία μέρα νωρίτερα εξάλλου ο πρωθυπουργός καλλιεργώντας κλίμα αισιοδοξίας είχε φροντίσει να ενημερώσει ο ίδιος τους δημοσιογράφους για τις «ανησυχητικά ευνοϊκές» προοπτικές που ανοίγονται στο ζήτημα του χρέους, φτάνοντας μάλιστα σε σημείο να δηλώνει έτοιμος να βάλει ακόμη και? γραβάτα, όπως είχε δεσμευτεί στο παρελθόν.
Είναι αλήθεια βέβαια πως το Βερολίνο έσπευσε να βάλει φρένο στην ελληνική υπεραισιοδοξία, ωστόσο τα μηνύματα που φθάνουν στο κυβερνητικό στρατόπεδο είναι τέτοια που επιτρέπουν αισιοδοξία, έστω και αν δεν υπάρξει λύση την προσεχή Δευτέρα, αλλά χρειαστεί να μετατοπιστεί για την επόμενη συνεδρίαση της 15ης Ιουνίου. Δεν είναι τυχαίο άλλωστε ότι ο κυβερνητικός εκπρόσωπος παραδεχόταν την Πέμπτη πως «μπορεί να περάσουν κάποιες μέρες ακόμα, ώστε να γεφυρωθούν κάποιες τελευταίες διαφορές» σπεύδοντας να προσθέσει με νόημα ότι «περιμέναμε επτά χρόνια για τη ρύθμιση. Το να περάσουν και δέκα μέρες δεν έγινε και κάτι πολύ σημαντικό».
Ωστόσο, με δεδομένη την πίεση από το ΔΝΤ για το ζήτημα του χρέους αλλά και την επιθυμία του Βερολίνου για συμμετοχή του Ταμείου στο ελληνικό πρόγραμμα, από το Μαξίμου εκτιμούν πως η συγκυρία είναι ευνοϊκή για την Αθήνα, ώστε να βρεθεί η χρυσή τομή. Μετά και την τελευταία συνάντηση του πρωθυπουργού με την Κρ. Λαγκάρντ μάλιστα, στο κυβερνητικό στρατόπεδο εμφανίζονται βέβαιοι ότι το ΔΝΤ δεν θέλει καθυστερήσεις και σε καμία περίπτωση δεν σκοπεύει να αφήσει τη λύση για μετά το πέρας των γερμανικών εκλογών. Κατά συνέπεια είναι προς το συμφέρον όλων να ευοδωθούν οι σκληρές διαπραγματεύσεις που βρίσκονται σε εξέλιξη μεταξύ του Ταμείου και του Βερολίνου ώστε να βρεθεί η χρυσή τομή που θα επιτρέψει σε όλες τις πλευρές να δεχτούν με ικανοποίηση μία λύση.
Σε κάθε περίπτωση πάντως -και ανεξαρτήτως αποτελέσματος- το Μαξίμου δηλώνει έτοιμο να διεκδικήσει μέχρι τέλους από τους δανειστές λύση για το θέμα του χρέους, και την αποφασιστικότητα αυτή, επιχειρεί να την μεταδώσει και μέσω της «αίρεσης» που βάζει για την εφαρμογή των μέτρων που ψήφισε, διευκρινίζοντας σε κάθε ευκαιρία -όπως έκανε και ο Αλ. Τσίπρας στην ομιλία του στη Βουλή- ότι «χωρίς λύση το ΔΝΤ δεν θα συμμετάσχει στο ελληνικό πρόγραμμα, άρα δεν υπάρχει δέσμευση για τα μέτρα και αυτά θα αποσυρθούν».
Η πόλωση και η συσπείρωση
Είναι γνωστό ότι στις «δύσκολες» στιγμές κάθε κυβέρνηση ρίχνει στη μάχη το μεγάλο «όπλο» της πόλωσης, επιχειρώντας δια μέσου αυτής τη συσπείρωση, τόσο μεταξύ των βουλευτών της, όσο -κυρίως- και στις τάξεις των ψηφοφόρων της. Σε αυτό ακριβώς στόχευε και το «σφυροκόπημα» του Αλ. Τσίπρα προς τον Κυρ. Μητσοτάκη στη Βουλή, το βράδυ της Πέμπτης, σε μία ομιλία που περισσότερο έδειχνε ότι σκόπευε στο να αναδείξει τις διαφορές που υπάρχουν μεταξύ κυβερνώντος κόμματος και αξιωματικής αντιπολίτευσης, παρά στο να εξηγήσει τη συμφωνία που ετίθετο προς ψήφιση.
Από το Μαξίμου εκτιμούν πως η συγκεκριμένη τακτική ήταν ιδιαιτέρως αποτελεσματική κι αυτό γιατί αφενός απέδειξε πέραν πάσης αμφιβολίας το στρατηγικό αδιέξοδο στο οποίο βρίσκεται η ΝΔ μετά την επίτευξη συμφωνίας με τους δανειστές επιδιδόμενη πλέον «σε μια ασύστολη εκστρατεία ψεύδους και παραπληροφόρησης της κοινής γνώμης» - όπως έλεγαν χαρακτηριστικά, και αφετέρου έδωσε την ευκαιρία να «θυμηθούν» και πάλι οι πολίτες «τα έργα και της ημέρες» των γαλάζιων στελεχών όταν βρίσκονταν στην εξουσία. 
Γι’ αυτό άλλωστε και ο Αλ. Τσίπρας επέλεξε να αναφερθεί και πάλι σε σκάνδαλα του παρελθόντος και περιπτώσεις κατασπατάλησης δημόσιου χρήματος. Οι δε χαρακτηρισμοί περί «πορφυρογέννητων» αλλά και οι επισημάνσεις ότι ο ίδιος «δεν μεγάλωσε με σκοπό να γίνει πρωθυπουργός και να έχει καρέκλες» έβαλαν ευθέως στο στόχαστρο τον αρχηγό της ΝΔ, δείχνοντας καθαρά -σύμφωνα με τις εκτιμήσεις κυβερνητικών στελεχών- την ουσιαστική ποιοτική διαφοροποίηση των δύο πολιτικών.
ΟΙ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕ ΜΕΓΑΛΕΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΟΜΑΔΕΣ ΠΟΥ ΠΛΗΤΤΟΝΤΑΙ ΑΠΟ ΤΑ ΝΕΑ ΜΕΤΡΑ ΠΟΥ ΕΧΟΥΝ ΔΙΑΡΡΑΓΓΕΙ
Ο εφιάλτης της κοινωνικής αντί δρασης
Στη διάρκεια της τετραήμερης μάχης στη Βουλή οι περισσότεροι κυβερνητικοί βουλευτές βγήκαν μπροστά, δίνοντας «γενναία» μάχη υπέρ της συμφωνίας μέσω και της κεντρικής επιχειρηματολογίας που διοχετεύθηκε από το Μαξίμου και εστίαζε στο ενισχυμένο πακέτο αντιμέτρων, υποστηρίζοντας ότι φτάνει τα 7,5 δισ. ευρώ και όχι μόνο θα ισοφαρίσει τις απώλειες των πολιτών, αλλά εντέλει θα έχει και θετικό πρόσημο για την κοινωνία. Επιπλέον το γεγονός ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός απέδωσε χαρακτηριστικά ψήφο εμπιστοσύνης στην κρίσιμη ψηφοφορία της συμφωνίας, δεν άφησε και πολλά περιθώρια διαφοροποιήσεων οδηγώντας για ακόμη μια φορά σε συντεταγμένη ψήφο από τους 153 βουλευτές της πλειοψηφίας.
Ωστόσο, για τους περισσότερους από αυτούς αποτελεί κοινό μυστικό και βαθειά ανησυχία, ότι οι σχέσεις με μεγάλες κοινωνικές ομάδες που πλήττονται με σφοδρότητα από τα νέα μέτρα έχουν διαρραγεί και απαιτείται μεγάλη προσπάθεια για την επαναπροσέγγιση των ψηφοφόρων τους. Δεν είναι λίγοι μάλιστα εκείνοι που εκφράζουν προβληματισμό για το κατά πόσο θα επιτευχθούν οι στόχοι προκειμένου να ενεργοποιηθούν τα αντίμετρα και να αποδειχθεί έτσι στην πράξη ότι «δεν είναι αέρας κοπανιστός», όπως είπε και ο Αλ. Τσίπρας στη Βουλή. 
Ελπίζουν ωστόσο ότι τα μέτρα αυτά ήταν τα τελευταία που χρειάστηκε να ψηφίσουν και κατά συνέπεια έχουν μπροστά τους καθαρό χρόνο δύο ετών μέχρι την επόμενη εκλογική αναμέτρηση, διάστημα στο οποίο αν επιβεβαιωθούν και οι προβλέψεις της κυβέρνησης περί επιστροφής στην ανάπτυξη θα δώσει το περιθώριο να αντιστραφεί η αρνητική εικόνα και κατά συνέπεια να μπορέσουν με νέα επιχειρήματα και θετικές πλέον «ειδήσεις» να απευθυνθούν εκ νέου στους πολίτες, δικαιωμένοι για την επιλογή τους.
ΑΝΑΣΤΡΟΦΗ ΚΛΙΜΑΤΟΣ
Η ανάπτυξη και οι μεταρρυθμίσεις
Ο μόνος τρόπος βελτίωσης της κυβερνητικής εικόνας στην κοινωνία -προκειμένου αυτή εν συνεχεία να αποτυπωθεί και στις δημοσκοπήσεις- είναι, όπως όλοι συμφωνούν, η αντιστροφή του αρνητικού κλίματος στην οικονομία και η επιστροφή στην ανάπτυξη. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να «ζωντανέψει» την ελπίδα στους ψηφοφόρους του κυβερνώντος κόμματος και να επιβεβαιώσει το αφήγημα περί εξόδου από την επιτροπεία των μνημονίων. 
Με προσεκτική επιλογή των λέξεων εξάλλου και ο Αλ. Τσίπρας από τη Βουλή επιχείρησε να ενισχύσει αυτή την ελπίδα, χαρακτηρίζοντας την ψήφιση της συμφωνίας ως «το τελευταίο σκαλοπάτι». «Εισερχόμαστε πλέον σε μια περίοδο σταθερότητας και υψηλής ανάκαμψης, που τα τελευταία χρόνια δεν έχει ξαναδεί η ελληνική οικονομία» υποστήριξε ο κ. Τσίπρας, κάνοντας μάλιστα ιδιαίτερη αναφορά στο πρόσφατο ταξίδι του στην Κίνα, όπου, όπως είπε, διαπίστωσε ότι «επιχειρηματικοί κολοσσοί και όχι μόνο από τη συγκεκριμένη χώρα δήλωσαν και δηλώνουν την πρόθεσή τους να προχωρήσουν σε σημαντικές παραγωγικές επενδύσεις στην Ελλάδα.
Εκτός από τις επενδύσεις, το κυβερνητικό success story (αν και στο Μαξίμου δηλώνουν ότι δεν θέλουν να χρησιμοποιούν αυτή τη φράση που παραπέμπει σε ρητορική των προηγούμενων κυβερνήσεων), στηρίζεται ακόμη στην ενίσχυση της έρευνας και παραγωγής προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας, τη στήριξη της κοινωνικής οικονομίας, την αξιοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού και κυρίως επιστημόνων που έφυγαν στο εξωτερικό, την ενίσχυση του κοινωνικού κράτους με έμφαση στην Παιδεία και την Υγεία και τέλος την ολοκλήρωση των μεγάλων θεσμικών τομών όπως τη Συνταγματική Αναθεώρηση και η μεταρρύθμιση της Τοπικής Αυτοδιοίκησης.