Ο σιωπηλός "αιμοδότης" των σούπερ μάρκετ


Τα σούπερ μάρκετ κερδίζουν ...

πλέον τζίρο όχι μόνο από τα τρόφιμα και τα βασικά είδη καθημερινής ανάγκης αλλά και από προϊόντα που μέχρι πριν λίγα χρόνια αγοράζονταν αποκλειστικά από καταστήματα ένδυσης, ηλεκτρικών ή ειδών σπιτιού. 

Τα τμήματα bazaar εξελίσσονται σε έναν από τους πιο δυναμικούς τομείς ανάπτυξης του οργανωμένου λιανεμπορίου, μετατρέποντας τις μεγάλες αλυσίδες σε ολοένα πιο ισχυρούς "παίκτες" εκτός ταχυκίνητων καταναλωτικών προϊόντων.

Ρούχα, παπούτσια, εργαλεία, παιχνίδια, βιβλία, καλλυντικά, διακοσμητικά, χαρτοσχολικά, έπιπλα, εποχικά είδη, αξεσουάρ αυτοκινήτου και προϊόντα κήπου καταλαμβάνουν πλέον όλο και μεγαλύτερο χώρο στα ράφια των hypermarkets και των μεγάλων καταστημάτων. 

Και όσο οι καταναλωτές αναζητούν αγορές "one stop shop", τόσο οι αλυσίδες επεκτείνουν την παρουσία τους σε κατηγορίες που μέχρι πρόσφατα ανήκαν σχεδόν αποκλειστικά στο παραδοσιακό λιανεμπόριο.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι η μετατόπιση αυτή επιταχύνεται. Το πρώτο τρίμηνο του 2026, ο κύκλος εργασιών του λιανικού εμπορίου, εξαιρουμένων οχημάτων, τροφίμων και καυσίμων, διαμορφώθηκε στα 5,884 δισ. ευρώ, αυξημένος κατά 2,2% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ.

Την ίδια στιγμή, η κατηγορία bazaar στα σούπερ μάρκετ αναπτύχθηκε με πενταπλάσιο ρυθμό. Σύμφωνα με τα στοιχεία της NielsenIQ ο τζίρος ανήλθε στα 243 εκατ. ευρώ από 219 εκατ. ευρώ, σημειώνοντας άνοδο 10,9%.

Η δυναμική συνεχίστηκε και στο τετράμηνο Ιανουαρίου – Απριλίου 2026, με τις πωλήσεις να φτάνουν τα 328 εκατ. ευρώ από 298 εκατ. ευρώ το αντίστοιχο διάστημα πέρυσι, καταγράφοντας αύξηση 9,9%.

Η πανδημία δημιούργησε μια νέα συνήθεια

Για να εξηγηθεί η σημερινή εικόνα, πρέπει κανείς να επιστρέψει στην περίοδο της πανδημίας.

Το 2020 και το 2021, όταν μεγάλο μέρος του λιανεμπορίου ένδυσης, υπόδησης και ειδών σπιτιού παρέμενε κλειστό λόγω των περιοριστικών μέτρων για τον Covid-19, τα σούπερ μάρκετ λειτούργησαν ως εναλλακτικό κανάλι αγορών για εκατομμύρια καταναλωτές.

Το αποτέλεσμα ήταν εκρηκτικό για τα non-food τμήματα. Η κατηγορία bazaar σημείωσε άνοδο 10,7% το 2020 και 14,9% το 2021, όταν η συνολική αγορά σούπερ μάρκετ αυξανόταν μόλις κατά 1,3%.

Με την επαναλειτουργία της υπόλοιπης αγοράς το 2022 ήρθε η αναμενόμενη διόρθωση, με πτώση 4,8%, καθώς μέρος της κατανάλωσης επέστρεψε στα εξειδικευμένα καταστήματα.

Ωστόσο, η αλλαγή στις καταναλωτικές συνήθειες είχε ήδη γίνει. Οι καταναλωτές συνήθισαν να αγοράζουν μαζί με τα τρόφιμα και προϊόντα καθημερινής χρήσης εκτός grocery, ειδικά όταν αυτά προσφέρονταν σε ανταγωνιστικές τιμές και με άμεση διαθεσιμότητα.

Έτσι, το 2023 η κατηγορία επέστρεψε σε θετικό έδαφος με ανάπτυξη 4%, ενώ η ανοδική πορεία συνεχίστηκε το 2024 και επιταχύνθηκε σημαντικά το 2025.

Το bazaar έγινε business δισεκατομμυρίου

Σύμφωνα με τα στοιχεία της NielsenIQ για την περίοδο έως τις 28 Δεκεμβρίου 2025, ο συνολικός τζίρος του οργανωμένου λιανεμπορίου τροφίμων ανήλθε στα 16,242 δισ. ευρώ από 15,167 δισ. ευρώ το 2024, σημειώνοντας αύξηση 7,1%.

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το bazaar ξεχώρισε ξανά ως μία από τις πιο δυναμικές κατηγορίες. Οι πωλήσεις έφτασαν τα 1,016 δισ. ευρώ από 927 εκατ. ευρώ το 2024, καταγράφοντας άνοδο 9,6%, υψηλότερη τόσο από τον μέσο όρο της αγοράς όσο και από την ανάπτυξη των ταχυκίνητων καταναλωτικών προϊόντων, που κινήθηκαν στο +5,9%.

Πέρσι η κατηγορία συνείσφερε περίπου το 6,3% του συνολικού τζίρου των σούπερ μάρκετ, ενώ στην περίοδο από 29 Δεκεμβρίου 2025 έως 26 Απριλίου 2026 που ο τζίρος των σούπερ μάρκετ ανήλθε στα 5,34 δισ. ευρώ από 4,98 δισ. ευρώ έναν χρόνο πριν, το ποσοστό της κατηγορίας bazaar στις πωλήσεις ήταν 6,1%.

Τα hypermarkets έχουν το πλεονέκτημα

Το bazaar αποτελεί παραδοσιακά "προνόμιο" των μεγάλων καταστημάτων και κυρίως των hypermarkets, όπου υπάρχει ο απαιτούμενος χώρος για εκτεταμένα non-food τμήματα και συνεχή ανανέωση κωδικών.

Δεν είναι τυχαίο ότι τα hypermarkets κατέγραψαν τη μεγαλύτερη ανάπτυξη μεταξύ όλων των τύπων καταστημάτων στο πρώτο τετράμηνο του 2026, με άνοδο 10,7%.

Η δυναμική αυτή εξηγεί γιατί οι μεγάλες αλυσίδες επενδύουν ολοένα περισσότερο στα non-food τμήματα, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις, σύμφωνα με αναλυτές του κλάδου, προσφέρουν καλύτερα περιθώρια κέρδους σε σχέση με πολλές κατηγορίες τροφίμων.

Η στρατηγική κάποιων αλυσίδων τροφίμων

Ορισμένοι διαθέτουν ισχυρό αποτύπωμα στην κατηγορία, καθώς λειτουργεί 33 hypermarkets, περισσότερα από κάθε άλλη αλυσίδα στην ελληνική αγορά.

Παράλληλα, έχουν επενδύσει σημαντικά στην ανάπτυξη private label σειρών non-food προϊόντων, καλύπτοντας κατηγορίες όπως λευκά είδη, ένδυση, είδη γραφείου, φωτισμό, μικροσυσκευές και προϊόντα εξωτερικού χώρου.

Μέσα από own brands όπως Λήδα, Victoria Collection, Zedem, Motivo, Master Light και My Home & Garden, η αλυσίδα επιχειρεί να δημιουργήσει αναγνωρίσιμη παρουσία σε κατηγορίες που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν εκτός του παραδοσιακού πυρήνα των σούπερ μάρκετ.

Άλλοι επανασχεδιάζουν τον "μεσαίο διάδρομο"

Προχωρούν σε πλήρη αναδιοργάνωση του γνωστού "μεσαίου διαδρόμου", δηλαδή του σημείου όπου φιλοξενούνται τα προϊόντα bazaar.

Από τον Μάρτιο του 2026 η αλυσίδα έχει ξεκινήσει τον επανασχεδιασμό του non-food τμήματος, που πλέον χωρίζεται σε έξι βασικές ενότητες, καθεμία συνδεδεμένη με τις ιδιωτικές ετικέτες της εταιρείας, όπως Parkside, Silvercrest, Crivit, Livarno, Esmara και Lupilu. 

Με τη νέα διάταξη στοχεύει να απομακρύνει την εικόνα του "κυνηγιού θησαυρού" μέσα από στοίβες προϊόντων και να οδηγήσει τον καταναλωτή σε πιο σαφώς οργανωμένες κατηγορίες.

Οι διοίκήσεις τους έχουν αναφέρει ότι τα non-food προϊόντα αποτελούν "πολύ μεγάλο κομμάτι" του τζίρου της εταιρείας και επηρεάζουν καθοριστικά τις συνολικές επιδόσεις.

Κάθε εβδομάδα, Δευτέρα με Πέμπτη, κάποιες αλυσίδες προσθέτουν περίπου 50 έως 70 νέα προϊόντα στα καταστήματα, ενώ ακόμη πέντε νέοι κωδικοί non-food προστίθενται κάθε Σάββατο.

Η μάχη μεταφέρεται πέρα από τα τρόφιμα

Για τις εξειδικευμένες αλυσίδες λιανικής, ειδικά τις μικρομεσαίες, η ενίσχυση των bazaar τμημάτων των σούπερ μάρκετ δημιουργεί πλέον νέες πιέσεις και μάλιστα σε μια περίοδο αυξημένου λειτουργικού κόστους.

Κι αυτό γιατί τα σούπερ μάρκετ έχουν πάψει να λειτουργούν μόνο ως σημεία καθημερινών αγορών τροφίμων, αλλά εξελίσσονται ως πλήρεις πλατφόρμες κατανάλωσης, όπου και το non-food έχει το δικό του ρόλο στη διαμόρφωση του τζίρου.